Παρασκευή 15 Μαΐου 2009
Ψήφο αντίστασης στην ισοπέδωση
<<Ψήφο αντίστασης στην ισοπέδωση
Tου Χρηστου Γιανναρα
Η ελληνική κοινωνία εμφανίζει μια σχιζοειδή ποιοτική ανομοιότητα των μελών της. Δεν πρόκειται για έκπληξη, δεν θα μπορούσε η Ελλάδα να αποτελεί εξαίρεση: Κάθε κοινωνία ανθρώπων έχει μια μερίδα καλλιεργημένων, συνετών, ασκημένων στην κριτική σκέψη ατόμων, και ταυτόχρονα τη μερίδα των μειονεκτικών σε ποιοτικά προσόντα και καλλιέργεια, μιαν υπανάπτυκτη μερίδα.
Παντού και πάντοτε η ομαλή λειτουργία του συλλογικού βίου εξαρτάται από την ποσοτική ισορροπία των δύο πληθυσμικών ομάδων και (κυρίως) από τα ποσοστά μετοχής τους στη διαχείριση των κοινών. Παντού και πάντοτε οι θεσμοποιημένες λειτουργίες διάκρισης ποιοτήτων και αξιοκρατικής ιεράρχησης ευθυνών είναι αυτονόητες, γιατί επιβάλλονται από την ανάγκη. Η ζωή όλων λειτουργεί ευχερέστερα, όταν σε οποιοδήποτε κοινωνικό λειτούργημα κρίνεται θεσμικά, καταξιώνεται και έχει προβάδισμα ο ευφυής και όχι ο βραδύνους, ο εργατικός και όχι ο ράθυμος, ο ανιδιοτελής και όχι ο παραδόπιστος.
Εξαρτάται η ομαλή λειτουργία του συλλογικού βίου και από τη δυναμική των θεσμών που αποβλέπουν στη συνεχή μείωση της υπανάπτυκτης και μειονεκτικής μερίδας του πληθυσμού, στον συνεχή περιορισμό των επιρροών της στη δημόσια ζωή. Εχει καίρια σημασία για την κοινωνική ομαλότητα η δυναμική του εκπαιδευτικού συστήματος, η δυναμική του θεσμοποιημένου κοινωνικού ελέγχου των ΜΜΕ, η αξιοκρατία στη διοίκηση.
Στην Ελλάδα, πριν από είκοσι οχτώ χρόνια, το ΠΑΣΟΚ ανέτρεψε ευχερέστατα και τις τρεις αυτές προϋποθέσεις κοινωνικής ομαλότητας – και μάλιστα με την καύχηση ότι έτσι επέφερε ποθούμενο «κοινωνικό μετασχηματισμό»: Με τη λογική των εμπορευματοποιημένων μεθόδων πλύσης εγκεφάλου των μαζών, οι κάπηλοι του σοσιαλισμού κολάκεψαν την υπανάπτυκτη σε απαιτήσεις ποιότητας κοινωνική μερίδα, της παραχώρησαν εξωφρενικές προνομίες που εξυπηρετούσαν (τελικά και μεθοδικά) την επιβολή στυγνού κομματικού κράτους. Εξουδετέρωσαν και ευτέλισαν τους θεσμούς ανάσχεσης της υπανάπτυξης: το σχολειό, το πανεπιστήμιο, την πληροφόρηση και ψυχαγωγία, κάθε λειτουργία πειθαρχικού ελέγχου και αξιολόγησης ποιοτήτων σε οποιαδήποτε πτυχή του δημόσιου βίου.
Σε αυτή τη στρατηγική του ΠΑΣΟΚ, το αντίπαλο «κόμμα εξουσίας», η Νέα Δημοκρατία, είδε μόνο μια συνταγή εκλογικής επιτυχίας και προσπάθησε να τη μιμηθεί ατυχέστατα. Το αποτέλεσμα της μίμησης ήταν η «παρένθεση» Μητσοτάκη, που ξανάφερε στην εξουσία τον πολιτικά τελειωμένο το 1989 Ανδρέα. Και η τρέχουσα, ακόμα σήμερα, «παρένθεση» Καραμανλή του νεότερου, που επίσης κατόρθωσε να κάνει πολιτικά υπαρκτό τον θλιβερά ανύπαρκτο επίγονο Παπανδρέου.
Οι επιπτώσεις αυτής της δικομματικής εξαχρείωσης είναι δραματικές, η χώρα έχει φτάσει κυριολεκτικά στο χείλος εφιαλτικών ενδεχομένων. Αλλά τη διαχείριση της ευθύνης για τα κοινά και για το μέλλον μας την έχει πια η κοινωνική μερίδα που μειονεκτεί σε ποιότητα και καλλιέργεια, η υπανάπτυκτη μερίδα. Η οποία και έχει χάσει κάθε σεμνότητα ρεαλιστικής μετριοφροσύνης, κάθε επίγνωση ανεπάρκειας, κάθε συνείδηση ότι χρειάζεται (λειτουργικά, χρηστικά) τους ικανούς, τους αποτελεσματικούς, τους ανιδιοτελείς, τους υπέρτερους σε καλλιέργεια. Σπιθαμιαία αναστήματα, καιροσκόποι ανατριχιαστικής ανικανότητας νομίζουν ότι θα μπορέσουν να αναχαιτίσουν την τρομακτική κατρακύλα της χώρας: Τον εγκληματικής αφροσύνης υπερδανεισμό, τη συρρικνωμένη στο έπακρο παραγωγικότητα, την ανεξέλεγκτη βία και τον συνδικαλισμένο τραμπουκισμό, την υπαλληλοποίηση και τον κομματισμό στην άμυνα.
Η μερίδα των καλλιεργημένων, συνετών, ασκημένων στην κριτική σκέψη πολιτών, ήταν πάντοτε μειοψηφία. Αλλά λειτουργούσαν θεσμοί αξιολόγησης, έστω ανάπηροι, που έσωζαν τον ηγετικό ρόλο αυτής της μερίδας. Παρ’ όλο τον μεταπρατισμό, την καθυστέρηση και τις περιπέτειες που συνόδευαν από γεννησιμιού του το ελλαδικό κρατίδιο, ήταν αδιανόητο να δημηγορεί ένας πολιτικός με σολοικισμούς και δίχως αξιοπρεπή ενδυμασία, αυτονόητο να απολύεται δημοσιογράφος ή «διορθωτής» σε εφημερίδα αν του ξέφευγε σοβαρό λάθος, ορθογραφικό ή συντακτικό. Υπήρχε κοινή συνείδηση ότι δεν μπορεί να λειτουργήσει η ζωή, οι ανθρώπινες σχέσεις, το κράτος, να κατορθωθεί παραγωγικότητα, πλούτος, ευπρέπεια τρόπων συμπεριφοράς, δίχως προβάδισμα ευθύνης των πεπαιδευμένων, των καλλιεργημένων.
Στα τελευταία τριάντα χρόνια, τα δύο «κόμματα εξουσίας» ευνούχισαν την κοινή γνώμη κολακεύοντας τις άκριτες, ενστικτώδεις προτιμήσεις της, στοχεύοντας αποκλειστικά και μόνο στον εντυπωσιασμό της, στην ανάγκη της για «αναγνωρισιμότητα» των μπροστάρηδων. Επικεφαλής ευρωψηφοδελτίων τοποθετήθηκαν λαϊκές τραγουδίστριες, σε υπουργικούς θώκους αναβιβάστηκαν δημοσιογραφικές μετριότητες, προπονητές αθλητικών ομάδων, ηθοποιοί πρωταγωνιστές σε σίριαλ και συντονιστές τηλεοπτικών συζητήσεων. Ακόμα και καλαθοσφαιριστές έγιναν δήμαρχοι, εκφωνητές ραδιοφωνικών μεταδόσεων του ποδοσφαίρου στάλθηκαν στο Ευρωκοινοβούλιο να εκπροσωπήσουν τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια πολιτισμού των Ελλήνων.
Οποιος μιλάει για ανάγκη, χρηστική, ρεαλιστική ανάγκη, να έχει προβάδισμα η ανθρώπινη ποιότητα, προπηλακίζεται σαν «ρατσιστής». Η λοιμική του λαϊκισμού έχει αποσαθρώσει την ελληνική κοινωνία, έχει ακυρώσει κάθε ελπίδα ανάκαμψης. Το μικρόβιο έχει μεταδοθεί και στη διασπορά, το εκτόπλασμα του ΠΑΣΟΚ που λέγεται ΣΑΕ έχει μπολιάσει πλήθος σεμνών άλλοτε βιοπαλαιστών της αποδημίας με επιθετική «παντογνωσία», αξιώσεις αυθεντίας στην ελληνική Ιστορία και πολιτική. Με χαμένη τη σεμνότητα της αυτογνωσίας, οι συζητήσεις μεταξύ Ελλήνων, στην Ελλάδα ή στη διασπορά, γίνονται όλο και πιο αποκαλυπτικές ανήκεστης υπανάπτυξης, βαλκανικής επαρχιωτίλας.
Η περίπτωση της Ελλάδας είναι από τις πιο ευδιάκριτες αφορμές δυσφορίας ευρωπαϊκών δυνάμεων που βλέπουν τον ρόλο τους στο διεθνές πεδίο να παγιδεύεται στην ελεήμονα στήριξη καλομαθημένων ράθυμων συν–εταίρων. Τα συμφέροντα της Γερμανίας, λ.χ., σαφώς θα απαιτούσαν την αποχώρησή της από την ασήμαντη πολιτικά στις διεθνείς σχέσεις Ε.Ε. και τη σύμπραξή της με τη Ρωσία για συνασπισμό αποφασιστικής στην παγκόσμια σκακιέρα ισχύος. Που σημαίνει ότι υπάρχουν πολλοί τρόποι να βρεθούμε χωρίς επαναπαυτική ομπρέλα προστασίας, μόνοι, με τον εγκληματικής αφροσύνης υπερδανεισμό μας, τη συρρικνωμένη στο έπακρο παραγωγικότητά μας.
Και η κωμικά αφασική εξωτερική μας πολιτική να πρέπει να ανταγωνιστεί τη σοβαρότητα και ιδιοφυΐα της αυτοκρατορικής πολιτικής ενός Αχμέτ Νταβούτογλου.>>
Και για την αντιγραφή : Κωστας Μακρης
Κυριακή 28 Δεκεμβρίου 2008
Η παράνοια φίμωσε τη Γιορτή
Η παράνοια φίμωσε τη Γιορτή
Tου Xρηστου Γιανναρα
Το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε» πνίγηκε φέτος στον απόηχο της λυσσαλέας κραυγής «Μπάτσοι, γουρούνια, δολοφόνοι». Και η «επί γης ειρήνη», η άλλη εκείνη ειρήνη που δεν παραπέμπει στο αμεριμνομέριμνον της καταναλωτικής αποχαύνωσης, αλλά σε ελπίδα νίκης καταπάνω στον θάνατο, απόμεινε λόγος περιθωριακός, διακοσμητικός αισθημάτων. Σαν κάποιες φιοριτούρες της εμπορικής καπηλείας των Χριστουγέννων που απόμειναν στις θρυμματισμένες και καμένες βιτρίνες θυμητάρια βανδαλισμού, καθόλου ίχνη Γιορτής.
Ολοφάνερα πια, άξονας συνοχής της ελληνικής κοινωνίας δεν είναι η κοινωνούμενη εμπειρική αναζήτηση αλήθειας, δηλαδή «νοήματος» της ύπαρξης και της συνύπαρξης. Δεν είναι η ποιότητα ζωής, δηλαδή η χαρά των σχέσεων κοινωνίας, ούτε ο πολιτισμός που τον χτίζει πάντοτε η ανιδιοτέλεια της αναζήτησης και της σχέσης. Μια αντικοινωνική, απάνθρωπη βία ντύνεται τη λεοντή της δήθεν εξέγερσης για περισσότερη δημοκρατία και μαζί με την παθητικότητα των πολλών μπροστά στην απάτη, στην ανομία, στο έγκλημα, με τραγική την ιδιοτέλεια των μπροστάριδων, δεν αφήνει περιθώρια να ξεμυτίσει έστω υπόμνηση Γιορτής.
Ο λόγος για τα Χριστούγεννα απόμεινε ψίθυρος εντελώς ανίκανος να αναμετρηθεί με τη βροντώδη και ανεξέλεγκτη παράνοια. Δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε για τα χειροπιαστά της καθημερινότητας, να ξεχωρίσουμε τη δημοκρατία από την οχλοκρατία και ανομία, πώς λοιπόν να μιλήσουμε για κοινωνούμενη ψηλάφηση ελπίδας που γεννάει πανηγύρι Γιορτής; Πραγματικά, ο πανικός δεν είναι τόσο από την τυφλή βία, είναι από τον κυρίαρχο στον δημόσιο λόγο (τηλεοράσεις, ραδιόφωνα, εφημερίδες) παραλογισμό, την απροσμέτρητη σύγχυση.
Εξωραΐζουν και ηρωοποιούν σαν «εξέγερση» της νεολαίας τις πολιορκίες αστυνομικών τμημάτων από δεκάχρονα και δεκαπεντάχρονα παιδιά, που μόνο συναισθηματικά (ή με το αφιόνι έντεχνης προπαγάνδας) μπορούν να συνεπαρθούν για κάτι διαφορετικό από τον χαβαλέ. Και με τον ξεσηκωμό των παιδιών θέλουν να καμουφλάρουν τις συντονισμένες (εκ προμελέτης και κατά συρροήν) απόπειρες δολοφονίας αστυνομικών υπαλλήλων από ενήλικες κουκουλοφόρους με λοστούς, τσεκούρια και βόμβες μολότωφ. Ούτε καν απόφαση της θεσμικής δικαιοσύνης δεν ξεμύτισε ποτέ να οριοθετήσει το έγκλημα: οι εξόφθαλμες απόπειρες δολοφονίας εκ προθέσεως προσάγονται στον εισαγγελέα και απαλλάσσονται – οι θεσμοί υποτάσσονται στην απειλή της βίας.
Να δεχθούμε ότι η αφορμή οργής είναι δικαιολογημένη. Οτι υπάρχουν αστυνομικοί που αυθαιρετούν, φτάνουν σε αδικοπραγίες, κάποιοι και σε φόνο. Οτι οι προφανώς ένοχοι δικάζονται μεροληπτικά, τους επιβάλλονται μικρές ή καθόλου ποινές. Ομως γιατρεύεται το κακό με το να προπηλακίζουμε χυδαία όλους ανεξαίρετα όσους βγάζουν το ψωμί τους σαν αστυνομικοί υπάλληλοι; Να προσπαθούμε να τους κάψουμε ζωντανούς, να τους λυώσουμε με λοστούς και τσεκούρια μόνο επειδή φοράνε στολή; Οταν βγαίνει αρχηγός κόμματος ή περιώνυμος σατυρικός σχολιαστής και δικαιώνουν εξυμνητικά τις ωμές απόπειρες δολοφονίας αστυνομικών, ποιος θεσμός μπορεί να συμμαζέψει την παράνοια;
Να δεχθούμε δικαιολογημένη την έκρηξη της συλλογικής οργής. Αλλά, αν αφορμή της οργής είναι συμπεριφορές αστυνομικών που οφείλονται στην κακή τους εκπαίδευση, στην απουσία πειθαρχικού τους ελέγχου, στην κραυγαλέα ανικανότητα της πολιτικής τους ηγεσίας, γιατί να ζητάμε το αποδιοπομπαίο σφάγιο σε μια επαγγελματική τάξη βιοπαλαιστών υπαλλήλων και όχι στους κυρίως υπεύθυνους; Γιατί να εξωραΐζεται ο πρωτογονισμός που καίει καταστήματα, αυτοκίνητα, τράπεζες προκειμένου να εκδικηθεί εγκλήματα αστυνομικών, ναι, απαραδέκτως πολλά, αλλά οπωσδήποτε μεμονωμένα; Για όσους ιατρογενείς θανάτους συμβαίνουν στα νοσοκομεία, είναι λογικό να βγούμε στους δρόμους ουρλιάζοντας «Γιατροί, γουρούνια, δολοφόνοι» και να καίμε την πόλη; Το διανοείται κανείς; Υπάρχει εγκληματικότερος (χιτλερικότερος) ρατσισμός από το μεθοδευμένο συλλογικό μίσος για συγκεκριμένη επαγγελματική τάξη;
Αν φταίει η κυβέρνηση για την εγκληματική συμπεριφορά αστυνομικών και για τις μεθόδους καταστολής της ανομίας, γιατί η οργή των δημοκρατικά ευαίσθητων δεν ξεσπάει σε καταστροφή και πυρπόληση κομματικών γραφείων και κυβερνητικών κτηρίων; Εκφραση ωμής κτηνωδίας θα ήταν και ένα τέτοιο ξέσπασμα, θα είχε όμως κάπως εμφανέστερο λογικό έρεισμα από τη συντριβή, στα τυφλά, του κοινωνικού ιστού της χώρας, το βύθισμά της σε χάος οικονομικό που το πληρώνει πρώτη η φτωχολογιά.
Το σίγουρο είναι ένα: Η κυβέρνηση αποδείχθηκε δραματικά ανίκανη να αναμετρηθεί με το πραξικόπημα της παρανοϊκής βίας. Και η αντιπολίτευση αηδιαστικά ιδιοτελής, με μοναδική έγνοια να ψηφοθηρήσει. Ο πολίτης βρίσκεται παγιδευμένος στο αδιέξοδο ανάμεσα στη φαυλεπίφαυλη ανικανότητα και στον αδίστακτο καιροσκοπικό αμοραλισμό.
Για την ανικανότητα της κυβέρνησης και τη φαυλότητα του δημόσιου βίου την ευθύνη έχει ο πρωθυπουργός. Ομως, το κόμμα του αντιπροσωπεύει τη θεσμική δυνατότητα (δυστυχώς όχι και την πολιτική πραγματικότητα) μοναδικής εναλλακτικής στην άσκηση της εξουσίας αντιπρότασης έναντι του σοσιαλεπώνυμου αμοραλισμού και του συρριζωμένου στη βία μηδενισμού. Αν η ανικανότητα του πρωθυπουργού συμπαρασύρει και το κόμμα του στον πολιτικό καταποντισμό, η ελληνική κοινωνία θα μείνει για άλλα είκοσι χρόνια έρμαιο στον μονόδρομο της αναξιοκρατίας, του συνδικαλιστικού γκανγκστερισμού, της ιδεολογικής τρομοκρατίας, του κράτους, του υποταγμένου στις «κλαδικές».
Δεν μπορεί να μην υπάρχει μέσα στο κυβερνών κόμμα ένας πυρήνας ανθρώπων με συνείδηση της ευθύνης τους για την πατρίδα και επαρκή ανιδιοτέλεια. Ενας τέτοιος πυρήνας οφείλει να θέσει θέμα ηγεσίας και να προκαλέσει την απόσυρση του πρωθυπουργού. Οχι για να ανοίξει ο δρόμος στις φτηνές ορέξεις σπιθαμιαίων έως και κωμικών δελφίνων, άρρενες και θηλυκού γένους. Αλλά για να υποχρεωθεί αυτό το κόμμα, ύστερα από εικοσιεπτά ολόκληρα χρόνια, να αναζητήσει κριτήρια διάκρισης ποιοτήτων, κριτήρια εντοπισμού ηγετικών χαρισμάτων.
Πέντε ολόκληρα χρόνια, το κυβερνών κόμμα απέδειξε ότι δεν διαφέρει σε μεθόδους και σε στόχους από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Ιδια αναξιοκρατία, ίδια παθητικότητα απέναντι στον γκανγκστερικό συνδικαλισμό, ίδια αθλιότητα κομματικού κράτους, ίδια ντροπή συνδρόμου κατωτερότητας στην εξωτερική πολιτική. Μοναδική διαφορά το γεγονός ότι ο αμοραλισμός και ο μηδενισμός του κυβερνώντος κόμματος είναι δεύτερο χέρι, απομίμηση συνταγής για δήθεν σίγουρη επανεκλογή, παρακολούθημα φτηνιάρικης εξουσιολαγνείας. Δεν προβλήθηκε σαν ιδεολογική πρωτοπορία και κοινωνική αυταξία. Αν τώρα η αναζήτηση καινούργιου αρχηγού πιθηκίσει και την καταφυγή σε ολίγιστη και κωμική ηγετική επάρκεια για να συνεχίζεται η οικογενειοκρατία στο τεταρτοκοσμικό Ελλαδιστάν, τότε και η προσέλευση του πολίτη στην κάλπη θα είναι πια περιττή.
